ἐκπροθρώσκω

ἐκπροθρώσκω
ἐκ-προ-θρώσκω, heraus- u. hervorspringen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • εκπροθρώσκω — ἐκπροθρῴσκω (Α) εκπηδώ …   Dictionary of Greek

  • θρώσκω — θρῴσκω και θρώσκω (Α) 1. πηδώ 2. (για βέλη) πετώ 3. (για κουκιά ή ρεβίθια κατά το λίχνισμα) πηδώ επάνω, αναπηδώ 4. κινούμαι ξαφνικά εναντίον κάποιου, προσβάλλω, εφορμώ 5. (για νόσο) προσβάλλω 6. τρέχω, ορμώ, σπεύδω 7. οχεύω 8. (η μτχ. αρσ. ως… …   Dictionary of Greek

  • υπεκπροθρώσκω — Α ανατινάσσομαι, ξεπηδώ από κάτω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + ἐκπροθρῴσκω «εκπηδώ»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”